Παρασκευή 19 Μαΐου 2017

Το «Έλλειμμα Ιδιοκτησίας» και η Ανάγκη Σύνθεσης

(εισήγηση στην Ημερίδα "Η Ελληνική Οικονομία και η Επίμονη Κρίση" / Βόλος)

Η ανάλυση της ελληνικής οικονομίας δεν κατατάσσεται στη σφαίρα των «κανονικών συνθηκών».
Έτσι, αν πάρουμε ως αφετηρία το δεύτερο μισό του 2008, οπότε και η χώρα άρχισε να μπαίνει σε ύφεση, και ως θεωρητικό τέλος το δεύτερο μισό του 2018, οπότε και ολοκληρώνεται το τρίτο πρόγραμμα («μνημόνιο»), διαπιστώνουμε ότι η οικονομία μας βρίσκεται σε δύσκολη κατάσταση για, τουλάχιστον, μία δεκαετία.
Αν, βέβαια, συνυπολογίσουμε και το πρόσφατο «συμπληρωματικό μνημόνιο», τότε η χρονική περίοδος γίνεται ακόμα μεγαλύτερη.
Πρόκειται για μία μεγάλη και επίπονη χρονική περίοδο, όπου η λέξη «κρίση» αρχίζει να χάνει το νόημά της.

Σε αυτή την περίοδο, λοιπόν, μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, προέκυψαν τα εξής:
·      Η αναποτελεσματικότητα του κρατικοκεντρικού και υπερκαταναλωτικού υποδείγματος έγινε πιο ξεκάθαρη και ορατή από ποτέ.
·      Η ευχέρεια χρηματοδότησης του εγχώριου υποδείγματος και του κράτους από τις διεθνείς αγορές χάθηκε, σε ένα περιβάλλον παγκόσμιας συρρίκνωσης της ρευστότητας.
·      Η δανειοδότηση, συνεπώς, από τον επίσημο τομέα –την Ευρωζώνη, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο– κατέστη ο βασικός τρόπος χρηματοδότησης.
Έτσι, η χώρα μας –χωρίς να βάζουμε στη συνάρτησή μας μια σειρά από πολιτικές επιλογές και παραλείψεις– εισήλθε από το 2010 σε πρόγραμμα στήριξης, όπου η χρηματοδοτική αρωγή συνοδεύεται από προσαρμογή και αυστηρή επιτήρηση.
Και σε πρόγραμμα, δυστυχώς, παραμένει έως και τώρα, σημειώνοντας μία σειρά από αξιομνημόνευτες «επιδόσεις».
Στο πλαίσιο, λοιπόν, της χρηματοδοτικής στήριξης, η Ελλάδα:
·      Έλαβε (και λαμβάνει) το μεγαλύτερο δάνειο, με τις εκταμιεύσεις την περίοδο 2010-2016 να φτάνουν τα 255 δισ. ευρώ (ή 1,5 φορά το ΑΕΠ του 2016).
·      Πραγματοποίησε (και πραγματοποιεί) τη μεγαλύτερη δημοσιονομική προσαρμογή, φτάνοντας την περίοδο 2009-2016 τα 37,3 δισ. ευρώ μιας πέρυσι πετύχαμε για πρώτη φορά δημοσιονομικό πλεόνασμα και όχι μόνο πρωτογενές.
·      Προώθησε (και προωθεί) σημαντικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, οδηγώντας τη χώρα στην πρώτη θέση των σχετικών κατατάξεων –αν και είχαμε μεγάλη απόσταση να καλύψουμε, ενώ πολλές μεταρρυθμίσεις δεν ολοκληρώνονται.
·      Πέτυχε τη μεγαλύτερη διαγραφή δημοσίου χρέους, καθώς η ονομαστική αξία του ποσού που «κουρεύτηκε» το 2012 έφτασε τα 127 δισ. ευρώ.
Από την άλλη πλευρά, όμως, σε αυτό το πλαίσιο η Ελλάδα:
·      Βυθίστηκε στη μεγαλύτερη ύφεση, με το παραγόμενο προϊόν της να συρρικνώνεται την περίοδο 2007-2016 κατά 26%.
·      Έφτασε να έχει τα υψηλότερα επίπεδα ανεργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, φτάνοντας το 2013 στο 27,5% και επιβαρύνοντας περισσότερο τους νέους.
·      Βρίσκεται σε πλαίσιο χρηματοδοτικής στήριξης για τη μεγαλύτερη χρονική διάρκεια σε σχέση με τα άλλα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, αφού έχει συνάψει 3 προγράμματα, όταν τα άλλα κράτη-μέλη έχουν συνάψει και ολοκληρώσει (μόλις) 1 πρόγραμμα.
Βέβαια, αξίζει να σημειώσουμε ότι κατά την περίοδο που η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε δύσκολη κατάσταση (2008-2016):
·      Έχουν πραγματοποιηθεί 5 φορές εθνικές εκλογές, εκτός προβλεπόμενου χρόνου.
·      Έχουν βρεθεί στη θέση του Πρωθυπουργού 7 προσωπικότητες.
·      Έχουν βρεθεί στη θέση του Υπουργού Οικονομικών 10 προσωπικότητες.



Η ελληνική οικονομία, λοιπόν, παρά τη μεγάλη κοινωνική προσπάθεια και οικονομική προσαρμογή –όπως αποτυπώνεται και στη διόρθωση των «δίδυμων ελλειμμάτων»– παραμένει σε δύσκολη θέση.
Δεν έχει καταφέρει να πορευθεί εκτός χρηματοδοτικής στήριξης και βιώνει μια παρατεταμένη προσπάθεια εξόδου από την κρίση.
Το ερώτημα, συνεπώς, που προκύπτει είναι γιατί δεν έχουμε βγει από την κρίση ακόμα.
Ή αλλιώς «τι πήγε στραβά».
Τα τελευταία χρόνια πολλές αναλύσεις, εντός και εκτός χώρας, έχουν καταδείξει παράγοντες που συνετέλεσαν τόσο στην αναποτελεσματικότητα και το υψηλό κοινωνικό κόστος της προσαρμογής, όσο και στην αδυναμία εξόδου από τη δύσκολη κατάσταση.
Παράγοντες, όπως:
·      Η απουσία ενός ευρωπαϊκού πλαισίου διάσωσης κρατών-μελών στην αρχή της παγκόσμιας κρίσης.
·      Η υπεραισιοδοξία στις εκτιμήσεις και τα λάθη στους πολλαπλασιαστές, κυρίως, κατά το πρώτο πρόγραμμα.
·      Η μη (έγκαιρη) «διάγνωση» του προβλήματος βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους, μιας και αρχικά η «διάγνωση» το προσέγγισε ως προσωρινό πρόβλημα ρευστότητας.
·      Το υψηλό κόστος χρηματοδότησης και η μικρή περίοδο ωρίμανσης των δανείων του πρώτου προγράμματος.
·      Η έμφαση του μείγματος δημοσιονομικής προσαρμογής στο σκέλος των δημοσίων εσόδων.
·      Η μη προσήλωση σε γενναίες μεταρρυθμίσεις στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών.
·      Η εμμονή στις μεταρρυθμίσεις στην (ιδιωτική) αγορά εργασίας ως προς την ευελιξία, χωρίς αντίστοιχη εμμονή στο σκέλος της εργασιακής ασφάλειας.
·      Η απουσία έμφασης στο εκσυγχρονισμό και στην ενδυνάμωση του κοινωνικού κράτους.
·      Η υπερεκτίμηση της εξαγωγικής δυνατότητας της εγχώριας παραγωγής.
·      Η υπερεκτίμηση της ικανότητας του δημοσίου τομέα να υλοποιήσει ένα απαιτητικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων.
·      Η μη έγκαιρη διάγνωση των παθογενειών της τραπεζικής αγοράς.
·      Οι δυσλειτουργίες μεταξύ των συνεργαζόμενων μελών της Τρόικα.
·      Οι εμμονές και η ποιότητα των συνεργαζόμενων μελών της Τρόικα.
·      Το σενάριο, εντός και εκτός χώρας, για ενδεχόμενο Grexit.



Ωστόσο, ο δομικός παράγοντας που διαχέεται σε όλη την περίοδο και επηρεάζει σημαντικά και τους παράγοντες που μόλις ανάφερα είναι το έλλειμμα ιδιοκτησίας μιας προσπάθειας εξόδου από την κρίση και αλλαγής του εγχώριου υποδείγματος.
Ένα έλλειμμα ιδιοκτησίας που εντοπίζεται σε μία σειρά από φαινόμενα.
(1) Εντοπίζεται στην αδυναμία κατάρτισης ενός αξιόλογου, συγκεκριμένου και εφικτού οδικού χάρτη για την έξοδο από την κρίση και την αλλαγή του υποδείγματος.
Κατάρτιση είτε, εγκαίρως, πριν τα «μνημόνια», είτε ως εναλλακτική πρόταση στο «μνημόνιο».
Για να μην παρεξηγηθώ, δεν «προμοτάρω» σε καμία περίπτωση το βιβλίο μας.
Αναφέρομαι σε ένα πλήρως ποσοτικοποιημένο και λεπτομερώς καταρτισμένο μέσο / μακροπρόθεσμο σχέδιο που θα μπορούσε να αντικαταστήσει το «μνημόνιο».
Προς μία τέτοια κατεύθυνση, θα μπορούσε να συνεισφέρει και η δική μας μελέτη.
Επιπρόσθετα, το έλλειμμα ιδιοκτησίας:
(2) Εντοπίζεται στην αδυναμία μεσοπρόθεσμης συμφωνίας επί των βασικών παραμέτρων ενός τέτοιου οδικού χάρτη, μιας και –συχνά– η άποψη επί των παραμέτρων αυτών (θετική ή αρνητική) μεταβάλλεται ανάλογα με τη συμμετοχή ή όχι σε σχήμα διακυβέρνησης.
(3) Εντοπίζεται στην άρνηση υλοποίησης των συμφωνηθέντων με τους δανειστές (αφού αποδεχθήκαμε την ύπαρξη του «μνημονίου»), οδηγώντας σε μακρές περιόδους (εκ νέου) διαπραγμάτευσης και αβεβαιότητας.
(4) Εντοπίζεται στη μη επαρκή τεχνοκρατική προετοιμασία, τόσο στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης, όσο και κατά την υλοποίηση.
(5) Εντοπίζεται σε συμπεριφορές εφήμερου ενθουσιασμού την επομένη της επίτευξης κάποιων στόχων του προγράμματος, οδηγώντας σε «μονομερείς» ενέργειες και σε (νέα) αβεβαιότητα.
(6) Εντοπίζεται στην αδυναμία ολοκλήρωσης των μεταρρυθμίσεων, λόγω απουσίας διοικητικής και θεσμικής προσήλωσης στην προώθηση των πρωτοβουλιών.
Πρόκειται, λοιπόν, για επιμέρους φαινόμενα που συγκροτούν το «παράδοξο του ελλείμματος ιδιοκτησίας» ενός οδικού χάρτη για την έξοδο από την κρίση.
Και το παράδοξο αυτό είναι ότι ενώ η επιβάρυνση της κοινωνίας αυξάνεται και η «αντιμνημονιακή» ρητορική κερδίζει στην κοινωνία, η κοινοβουλευτική στήριξη στα «μνημόνια» αυξάνεται κάθε επόμενο «μνημόνιο».
Έτσι, το 1ο «μνημόνιο» το ψήφισαν 2 κόμματα, το 2ο «μνημόνιο» το ψήφισαν 3 κόμματα και το 3ο «μνημόνιο» το ψήφισαν 5 κόμματα.

Το ζητούμενο, συνεπώς, κοντεύοντας στη συμπλήρωση μιας δεκαετίας σε δύσκολη θέση, είναι –όσο και αν ακούγεται ουτοπικό– να αποκτήσουμε (ή να ανακτήσουμε) την ιδιοκτησία ενός οδικού χάρτη για την αλλαγή του εγχώριου υποδείγματος.
Σε ένα τέτοιο οδικό χάρτη, παράλληλα με μία σειρά επιμέρους διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, εκτιμώ ότι θα πρέπει να εμπεριέχεται η προσήλωση και η κινητροδότηση προς τέσσερις επιδιώξεις.

(1) Η πρώτη επιδίωξη είναι η ανάπτυξη και εδραίωση συνθηκών συνεργασίας και σύμπραξης τόσο σε οικονομικό, όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, επιδιώκοντας την άμβλυνση των ισχυρών τάσεων κατακερματισμού, αποκλεισμού και απουσίας εμπιστοσύνης που χαρακτηρίζουν την ελληνική κοινωνία.
Πρόκειται για φαινόμενα που σχετίζονται με το κοινωνικό κεφάλαιο της χώρας μας.
Στην οικονομία, μία τέτοια επιδίωξη θα μπορούσε να απεικονιστεί στην εποικοδομητικότερη συνεργασία εργοδοτών και εργαζομένων, στη δημιουργία cluster επιχειρήσεων (κυρίως εξαγωγικών), στην ανάπτυξη συμπράξεων δημοσίου, ιδιωτικού και εκπαιδευτικού τομέα, αλλά και στην ανάδειξη ισχυρών συνεταιριστικών πρωτοβουλιών.
Άλλωστε, η Μαγνησία και ο Βόλος, όπως όλοι γνωρίζουμε, έχουν χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων επιτυχημένων συνεταιριστικών πρωτοβουλιών.

(2) Η δεύτερη επιδίωξη –που σχετίζεται με την προηγούμενη– είναι η αύξηση του μεγέθους της εγχώριας παραγωγικής και οικονομικής δραστηριότητας, αντιστρέφοντας την τρέχουσα κατάσταση που θέλει την Ελλάδα να έχει το μεγαλύτερο ποσοστό πολύ μικρών επιχειρήσεων, αυτοαπασχολούμενων, αλλά και εργοδοτών σε σχέση με εργαζόμενους.
Η αύξηση, λοιπόν, του μεγέθους της επιχειρηματικής δραστηριότητας θα επιτρέψει:
·      Την αύξηση της παραγωγικής δυνατότητας.
·      Την ενδυνάμωση της διεισδυτικότητας της εγχώριας παραγωγής στις ξένες αγορές.
·      Την αξιοποίηση οικονομιών κλίμακας και τη μείωση του κόστους παραγωγής.
·      Την ευχέρεια επένδυσης στην κατάρτιση του ανθρώπινου δυναμικού και στην έρευνα.
·      Τη διεύρυνση των δυνατοτήτων χρηματοδότησης.
·      Την αντιμετώπιση της φοροαποφυγής και της εισφοροδιαφυγής.

(3) Η τρίτη επιδίωξη είναι η αποκατάσταση της έντονης διαγενεακής ανισότητας και αδικίας που παρατηρείται διαχρονικά και ενδυναμώθηκε καθοριστικά τα τελευταία χρόνια, μιας και η κατανομή επιβάρυνσης και οφέλους της προσαρμογής έγινε σε βάρος των νεότερων και επόμενων γενεών.
Μία διαγενεακή ανισότητα και αδικία που παρατηρείται σε πολλές διαστάσεις της ελληνικής πραγματικότητας, όπως:
·      Στο άνισο ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό σύστημα.
·      Στο υψηλό και με μεγάλη ωρίμανση δημόσιο χρέος.
·      Στις δυσκολίες εισόδου των νέων στην αγορά εργασίας.
·      Στις μη ελκυστικές συνθήκες ανάπτυξης νέας και καινοτόμου επιχειρηματικής δραστηριότητας.
·      Σε συνθήκες δύο (μισθολογικών) ταχυτήτων στο δημόσιο τομέα.
·      Στο μη εκσυγχρονισμό του δημόσιου μηχανισμού.
·      Στις αγκυλώσεις του εκπαιδευτικού μας συστήματος.
·      Στην επιβάρυνση του περιβάλλοντος και των συνθηκών διαβίωσης.
Αν σε αυτά συνυπολογίσουμε τόσο την περαιτέρω γήρανση του πληθυσμού (και την πίεση αυτών στο κοινωνικό κράτος), όσο και τις δυσμενείς προοπτικές της οικονομίας, το πιθανότερο είναι να έχουμε διόγκωση του φαινομένου του brain drain, της εκροής στο εξωτερικό των νέων με υψηλή κατάρτιση και προσόντα.
Προσόντα που αποκτήθηκαν, όμως, στην Ελλάδα, μιας και η ελληνική κοινωνία έχει επενδύσει σε αυτούς τους νέους που έχουν σπουδάσει στο εγχώριο εκπαιδευτικό σύστημα.
Είναι κρίσιμο, συνεπώς, να αρχίσει η σταδιακή αποκατάσταση της δικαιοσύνης μεταξύ των γενεών, ώστε να αντιστραφεί αυτή η αρνητική τάση.
Θα πρέπει, λοιπόν, ένας οδικός χάρτης να περιλαμβάνει την αποκατάσταση της διαγενεακής δικαιοσύνης, ώστε να καταστεί ελκυστικός για την νέες γενιές που θα κληθούν να τον υλοποιήσουν.
Που θα κληθούν να «τραβήξουν» το κάρο της εξόδου της οικονομίας από τη δύσκολη κατάσταση.

(4) Η τέταρτη επιδίωξη είναι η διαμόρφωση ενός ενεργού και σύγχρονου κοινωνικού κράτους που θα διορθώσει τον κατακερματισμό και τις προνομιακές καταστάσεις και θα καταφέρει να ισορροπεί μεταξύ ενεργών πολιτικών απασχόλησης, πλήρους κοινωνικής κάλυψης με εισοδηματικά κριτήρια, και φιλικών προς την εργασία και την επιχειρηματικότητα συνθηκών.
Το καθεστώς του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, που (επιτέλους) άρχισε να διαμορφώνεται στη χώρα μας, είναι μία καλή αρχή για να εξελιχθεί περαιτέρω, να εμπλουτιστεί με εργαλεία και πολιτικές και, φυσικά, να καταστεί όπου χρειάζεται πιο γενναιόδωρο.

Αυτές οι τέσσερεις επιδιώξεις ή κάποια από αυτές θα μπορούσαν να αποτελέσουν κοινό τόπο, όπου μέσα από τη σύνθεση προσεγγίσεων και την τεχνοκρατική επεξεργασία να αρχίσει να «χτίζεται» μία αρχική συμφωνία επί ενός οδικού χάρτη.
Και αυτό διότι, μετά σχεδόν από μία δεκαετία δυσκολιών, υπάρχει η ωριμότητα να αναλογιστούμε πως η διαμόρφωση κοινών τόπων και παραδοχών δεν μπορεί να είναι μόνο σύμπτωμα κρίσιμων στιγμών.
Αλλά μπορεί να είναι και αφετηρία σημαντικών και αναγκαίων αλλαγών.
Βέβαια, η «παράδοση» της χώρας μας δεν συνηγορεί ως προς την εφικτότητα μιας τέτοιας συμφωνίας.
Ωστόσο, υπάρχουν στιγμές του πρόσφατου παρελθόντος που αποτρέπουν την απόλυτη απαισιοδοξία.
Ας κρατήσουμε, λοιπόν, αυτή τη νησίδα αισιοδοξίας.

Περισσότερες πληροφορίες εδώ και εδώ.
Περισσότερες φωτογραφίες εδώ.